ἀκροβυστία — ἀκροβυστίᾱ , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc/acc dual ἀκροβυστίᾱ , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀκροβυστίᾳ — ἀκροβυστίαι , ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc pl ἀκροβυστίᾱͅ , ἀκροβυστία foreskin fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ακροβυστία ή ακροποσθία — Η άκρη του δέρματος του αντρικού μορίου, που καλύπτει τη βάλανο στη νηπιακή ηλικία. Στους Εβραίους (όπως και στους Αιγυπτίους και άλλους αρχαίους λαούς) συνηθίζονταν η περιτομή της α. ως είδος φυλετικής αναγνώρισης. Για τους ελληνίζοντες… … Dictionary of Greek
ἀκροβυστίας — ἀκροβυστίᾱς , ἀκροβυστία foreskin fem acc pl ἀκροβυστίᾱς , ἀκροβυστία foreskin fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀκροβυστίαι — ἀκροβυστία foreskin fem nom/voc pl ἀκροβυστίᾱͅ , ἀκροβυστία foreskin fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀκροβυστίαν — ἀκροβυστίᾱν , ἀκροβυστία foreskin fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀκροβυστιῶν — ἀκροβυστία foreskin fem gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀκροβυστίαις — ἀκροβυστία foreskin fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ακροβυστώ — ἀκροβυστῶ ( έω) (Α) [ἀκρόβυστος] 1. δεν έχω υποστεί περιτομή, έχω ακροβυστία 2. αφαιρώ την ακροβυστία, κάνω περιτομή … Dictionary of Greek
ακροβύστιος — ο αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στην ακροβυστία. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρεκτεταμένος τ. τού επιθ. ακρόβυστος ή ακροβύστης, πιθ. με επίδραση τής λ. ακροβυστία*] … Dictionary of Greek